βοηθόος


βοηθόος
βοηθόος, -ον (Α)
1. όποιος σπεύδει στην κραυγή για βοήθεια ή στην πρόσκληση στα όπλα, για μάχη
2. ο βοηθός, αυτός που προσφέρει βοήθεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βοηθόος προήλθε πιθ. από την έκφραση «(επί) βοήνθειν» (του ρ, θέω «τρέχω»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βοηθόος — hasting to the cry for help masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόε — βοηθόος hasting to the cry for help masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόοι — βοηθόος hasting to the cry for help masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόον — βοηθόος hasting to the cry for help masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόου — βοηθόος hasting to the cry for help masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθώ — ( άω) (AM βοηθῶ, έω, Α και βωθέω, ιων. τ.) 1. παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια 2. προστρέχω να σώσω κάποιον, σώζω 3. ανακουφίζω ασθενή, βελτιώνω την κατάσταση του μσν. νεοελλ. διευκολύνω, ωφελώ νεοελλ. 1. ευνοώ 2. υποστηρίζω αρχ. φρ. 1. «βοηθῶ ἐπί… …   Dictionary of Greek

  • βοαθόος — βοᾱθόος , βοηθόος hasting to the cry for help masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοαθόων — βοᾱθόων , βοηθόος hasting to the cry for help masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.